Κυριακή, 24 Μαΐου 2020

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, παράγων ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. 

Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος ᾿Ιησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα. ῎Αγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει.

ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς ᾿Ιουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ᾿ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω.

῎Ηκουσεν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.


Μετάφραση:

Και περπατώντας εκεί κοντά είδε έναν άνθρωπο τυφλό εκ γενετής. Και τον ρώτησαν οι μαθητές του, λέγοντας: «Ραβί, ποιος αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του, ώστε να γεννηθεί τυφλός;» Αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά γεννήθηκε έτσι, για να φανερωθούν τα έργα του Θεού σ’ αυτόν. Εμείς πρέπει να κάνουμε τα έργα εκείνου που με έστειλε ωσότου είναι ημέρα. Έρχεται νύχτα που κανείς δε δύναται να εργάζεται. Όσο είμαι στον κόσμο, είμαι φως του κόσμου». Αφού είπε αυτά, έφτυσε χάμω και έκανε πηλό από το πτύελο και επέχρισε τον πηλό στα μάτια του και του είπε: «Πήγαινε, νίψου στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ» που ερμηνεύεται, “Αποσταλμένος”. Έφυγε, λοιπόν, και νίφτηκε και ήρθε βλέποντας. 

Οι γείτονες, τότε, και εκείνοι που τον έβλεπαν προηγουμένως ότι ήταν ζητιάνος έλεγαν: «Αυτός δεν είναι εκείνος που καθόταν και ζητιάνευε;» Άλλοι έλεγαν: «Αυτός είναι». Άλλοι έλεγαν: «Όχι, αλλά είναι όμοιος με αυτόν». Εκείνος έλεγε: «Εγώ είμαι». Τον ρωτούσαν λοιπόν: «Πώς τότε σου ανοίχτηκαν τα μάτια;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Ο άνθρωπος που λέγεται Ιησούς έκανε πηλό και μου επέχρισε τα μάτια και μου είπε: “Πήγαινε στο Σιλωάμ και νίψου”. Όταν πήγα λοιπόν και νίφτηκα, βρήκα το φως μου». Τότε του είπαν: «Πού είναι εκείνος;» Τους λέει: «Δεν ξέρω». Φέρνουν αυτόν προς τους Φαρισαίους, τον άλλοτε τυφλό. Ήταν τότε Σάββατο η ημέρα κατά την οποία ο Ιησούς έκανε τον πηλό και του άνοιξε τα μάτια. Πάλι λοιπόν τον ρωτούσαν και οι Φαρισαίοι πώς βρήκε το φως του. Εκείνος τους είπε: «Πηλό μου έθεσε πάνω στα μάτια, και νίφτηκα και βλέπω». Έλεγαν τότε μερικοί από τους Φαρισαίους: «Δεν είναι από το Θεό αυτός ο άνθρωπος, γιατί το Σάββατο δεν τηρεί». Άλλοι όμως έλεγαν: «Πώς δύναται άνθρωπος αμαρτωλός να κάνει τέτοια θαυματουργικά σημεία;» Και υπήρχε σχίσμα ανάμεσά τους. Λένε τότε πάλι στον τυφλό: «Εσύ τι λες γι’ αυτόν, επειδή σου άνοιξε τα μάτια;» Εκείνος είπε: «Είναι προφήτης».


Δεν πίστεψαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι γι’ αυτόν ότι ήταν τυφλός και βρήκε το φως του, ωσότου φώναξαν τους γονείς αυτού που βρήκε το φως του και τους ρώτησαν: «Αυτός είναι ο γιος σας, που εσείς λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Πώς λοιπόν βλέπει τώρα;» Αποκρίθηκαν τότε οι γονείς του και είπαν: «Ξέρουμε ότι αυτός είναι ο γιος μας και ότι γεννήθηκε τυφλός. Πώς όμως τώρα βλέπει δεν ξέρουμε, ή ποιος του άνοιξε τα μάτια εμείς δεν ξέρουμε. Αυτόν ρωτήστε, έχει ώριμη ηλικία, αυτός θα μιλήσει για τον εαυτό του». Αυτά είπαν οι γονείς του, επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους άρχοντες. Γιατί ήδη είχαν συμφωνήσει οι Ιουδαίοι, αν κάποιος τον ομολογήσει Χριστό, να γίνει αποσυνάγωγος. Γι’ αυτό οι γονείς του είπαν: «Έχει ώριμη ηλικία, αυτόν επερωτήστε». Φώναξαν λοιπόν για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν τυφλός και του είπαν: «Δώσε δόξα στο Θεό. Εμείς ξέρουμε άτι αυτός ο άνθρωπος είναι αμαρτωλός».Εκείνος τότε αποκρίθηκε: «Αν είναι αμαρτωλός, δεν ξέρω. Ένα ξέρω, ότι ενώ ήμουν τυφλός τώρα βλέπω». Είπαν λοιπόν σ’ αυτόν: «Τι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;» Αποκρίθηκε σ’ αυτούς: «Σας το είπα ήδη και δεν ακούσατε. Γιατί πάλι θέλετε να ακούτε; Μήπως κι εσείς θέλετε να γίνετε μαθητές του;» Τότε τον έβρισαν και του είπαν: «Εσύ είσαι μαθητής εκείνου, εμείς όμως είμαστε μαθητές του Μωυσή. Εμείς ξέρουμε ότι στο Μωυσή έχει μιλήσει ο Θεός, αλλά αυτός δεν ξέρουμε από πού είναι». Αποκρίθηκε ο άνθρωπος και τους είπε: «Σ’ αυτό βρίσκεται πράγματι το θαυμαστό σημείο: Εσείς δεν ξέρετε από πού είναι, και όμως μου άνοιξε τα μάτια. Ξέρουμε ότι αμαρτωλούς ο Θεός δεν ακούει, αλλά αν κάποιος είναι θεοσεβής και το θέλημά του κάνει, αυτόν ακούει. Από την αρχή του αιώνα δεν ακούστηκε ότι κάποιος άνοιξε τα μάτια σ’ έναν που έχει γεννηθεί τυφλός. Αν δεν ήταν αυτός από το Θεό, δε θα μπορούσε να κάνει τίποτα». Αποκρίθηκαν και του είπαν: «Εσύ γεννήθηκες όλος μέσα σε αμαρτίες, κι εσύ διδάσκεις εμάς;» Και τον πέταξαν έξω.


Άκουσε ο Ιησούς ότι τον πέταξαν έξω και, αφού τον βρήκε, του είπε: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του ανθρώπου;» Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: «Και ποιος είναι, Κύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;» Του είπε ο Ιησούς: «Και τον έχεις δει και είναι εκείνος που μιλάει μαζί σου». Αυτός είπε: «Πιστεύω, Κύριε». Και τον προσκύνησε.



1. Η ΔΕΙΛΙΑ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ

Κάποιο Σάββατο ὁ Κύριος στὴν Ἱερουσαλὴμ συνάντησε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε γεννηθεῖ τυφλός. Καὶ ἀφοῦ ἔφτιαξε πηλὸ μὲ τὸ σάλιο του, ἔχρισε μὲ τὸν πηλὸ τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ. Δοκιμάζοντας ὅμως τὴν πίστη του, δὲν τὸν θεράπευσε ἀμέσως, ἀλλὰ τοῦ εἶπε: «Πήγαινε, νίψου στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ». Κι ὁ τυφλὸς ὑπάκουσε ἀμέσως. Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε! Ὅσοι ὅμως τὸν ἔβλεπαν κατόπιν ὑγιή, ἀποροῦσαν: «Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ τυφλὸς ποὺ ζητιάνευε;» Ἄλλοι ἔλεγαν «αὐτὸς εἶναι», ἄλλοι ὅμως ἔλεγαν «εἶναι κάποιος ποὺ τοῦ μοιάζει». Ἐκεῖνος ὅμως τοὺς διαβεβαίωνε ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος. Κι αὐτοὶ ἔκπληκτοι ἀποροῦσαν: «Πῶς θεραπεύθηκαν τὰ μάτια σου;» Κι ἐκεῖνος μὲ θάρρος ἐξηγοῦσε πῶς ἔγινε τὸ θαῦμα.

Κι ὅταν κατόπιν τὸν ὁδήγησαν στοὺς Φαρισαίους, ἄρχισε μία νέα ἀνάκριση: «Πῶς βρῆκες τὸ φῶς σου;» Κι ἐνῶ ἐκεῖνος τοὺς ἐξήγησε, οἱ Φαρισαῖοι δὲν ἤθελαν νὰ τὸ παραδεχθοῦν. Κάποιοι μάλιστα ἔλεγαν γιὰ τὸν Κύριο: «Αὐτὸς δὲν εἶναι ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν τηρεῖ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου». Ἄλλοι ὅμως ἀντα-παντοῦσαν: «Πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς νὰ κάνει τέτοια μεγάλα θαύματα;» Κι ἄρχισαν πάλι νὰ ἐξετάζουν τὸν τυφλό: «Ἐσὺ τί λὲς γι’ αὐτόν;» Κι αὐτὸς τοὺς εἶπε: «Ἐγὼ λέω ὅτι εἶναι προφήτης».

Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως ἐπιμένουν στὴν ἄρνηση. Γι’ αὐτὸ φωνάζουν τοὺς γονεῖς του καὶ τοὺς ρωτοῦν: «Αὐτὸς εἶναι ὁ γυιός σας ποὺ λέτε ὅτι γεννήθηκε τυφλός; Καὶ πῶς τώρα βλέπει;» Οἱ γονεῖς ὅμως φοβισμένοι μήπως τοὺς διώξουν ἀπὸ τὴ Συναγωγὴ ἀπάντησαν: «Αὐτὸς εἶναι ὁ γυιός μας καὶ πράγματι τυφλὸς γεννήθηκε. Πῶς ὅμως τώρα βλέπει, δὲν ξέρουμε. Ὥριμη ἡλικία ἔχει, ρωτῆστε τον».

Οἱ γονεῖς λοιπὸν ἀποφεύγουν νὰ δώσουν σαφὴ ἀπάντηση γιὰ τὸ θαῦμα. Φοβοῦνται καὶ τρέμουν καθὼς βλέπουν τοὺς Φαρισαίους νὰ μιλοῦν μὲ θυμὸ καὶ ἀπειλές, γιὰ νὰ τοὺς ἐκφοβίσουν. Κι ἀπαντοῦν μόνο στὶς δυὸ πρῶτες ἐρωτήσεις τους. Στὴν τρίτη σιωποῦν, ἐνῶ ἦταν βέβαιοι γιὰ τὸ θαῦμα καὶ ὄφειλαν νὰ ἀπαντήσουν ἀπὸ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Κύριο ποὺ θεράπευσε τὸ παιδί τους. Ἀλλὰ αὐτοὶ τρομοκρατημένοι ἄφησαν τὸν γυιό τους μόνο του νὰ σηκώσει τὸ βάρος τῶν ἀπειλῶν τῶν Φαρισαίων.

Ἡ ἱστορία αὐτὴ ἐπαναλήφθηκε πολλὲς φορὲς μέσα στὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὶς μέρες μας, ποὺ τόσο μεγάλη πολεμικὴ γίνεται ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας μας. Οἱ συκοφαντίες καὶ οἱ κατηγορίες πολλές, οἱ ἔμμεσες ἀπειλὲς ὕπουλες, καὶ ὁ φόβος κάνει πολλοὺς νὰ φοβοῦνται νὰ ποῦν τὴν ἀλήθεια γιὰ πολλὰ θέματα πίστεως, νὰ δειλιάζουν νὰ πάρουν θέση καὶ μάλιστα ἐνώπιον ἀνθρώπων ποὺ κατέχουν κά-ποια μεγάλη θέση στὴν κοινωνία· γιὰ νὰ μὴν ἐκτεθοῦν, γιὰ νὰ μὴν κινδυνεύσει ἡ σταδιοδρομία τους, γιὰ νὰ τὰ ἔχουν καλὰ μὲ ὅλους. Ἔτσι προδίδουν τὸ πιστεύω τους καὶ καταπατοῦν τὴ συνείδησή τους. Ὅσους φοβόμαστε νὰ ὁμολογήσουμε αὐτὸ ποὺ πιστεύουμε καὶ νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὴν Ἐκκλησία μας, θὰ μᾶς ἀρνηθεῖ κι ὁ Κύριος κατὰ τὴν φοβερὰ ἡμέρα τῆς κρίσεως.



2. Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΤΥΦΛΟΥ

Οἱ Ἰουδαῖοι ἀναστατωμένοι φώναξαν καὶ πάλι τὸν πρώην τυφλὸ καὶ τοῦ εἶπαν: «Δόξασε τὸν Θεό, ὁμολογώντας ὅτι πλανήθηκες. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ σὲ θεράπευσε εἶναι ἁμαρτωλός, ἀφοῦ καταλύει τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου».

Ἐκεῖνος ὅμως μὲ παρρησία καὶ θάρρος ἀπάντησε: «Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλὸς δὲν ξέρω. Ξέρω ὅμως πολὺ καλὰ ὅτι ἐνῶ ἤμουν τυφλός, τώρα βλέπω».

Κι αὐτοὶ ξαναρωτοῦν: «Πῶς σοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια;» Κι ἐκεῖνος ἀκόμη πιὸ θαρρετὰ ἀπαντᾶ: «Λίγο πρὶν σᾶς τὸ εἶπα καὶ δὲν θελήσατε νὰ τὸ παραδεχθεῖτε. Γιατί τώρα θέλετε ν’ ἀκούσετε πάλι τὰ ἴδια; Μήπως θέλετε κι ἐσεῖς νὰ γίνετε μαθητές του; Κι ἔπειτα ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἀλλὰ καὶ ποτὲ δὲν ἀκούσθηκε, ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε ὁ κόσμος, ὅτι θεράπευσε κάποιος μάτια ἀνθρώπου ποὺ εἶχε γεννηθεῖ τυφλός».

Ἐκεῖνοι τώρα ἐξαγριωμένοι τοῦ λένε: «Ἐσὺ γεννήθηκες βουτηγμένος στὴν ἁμαρτία, καὶ διδάσκεις ἐμᾶς;» Καὶ τὸν ἔδιωξαν. Βρῆκε ὅμως ὁ Κύριος τὸν πρώην τυφλὸ καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐσύ, πιστεύεις στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ;». «Καὶ ποιὸς εἶναι, Κύριε, γιὰ νὰ τὸν πιστεύσω;», ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος. Εἶπε τότε σ’ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς: «Αὐτὸς ποὺ σοῦ μιλάει, ἐκεῖνος εἶναι». «Πιστεύω, Κύριε», ἀπαντᾶ μὲ εἰλικρίνεια ὁ πρώην τυφλός. Καὶ Τὸν προσκύνησε ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ.

Εἶναι πραγματικὰ ἀξιοθαύμαστη ἡ ὁμολογία τοῦ πρώην τυφλοῦ. Ἡ παρρησία του ἐκδηλώνεται ὁλοένα καὶ πιὸ θαυμαστή. Ὁμολογεῖ ἀρχικῶς, γεμάτος εὐγνωμοσύνη, στοὺς γνωστούς του τὸ θαῦμα. Καὶ ὅταν ὁδηγεῖται μπροστὰ στοὺς τυφλωμένους ἀπὸ τὴν κακία Φαρισαίους, δὲν κάμπτεται ἀπὸ τὶς ἀπειλές τους καὶ τὴν ἀσφυκτική τους πίεση. Περιγράφει καὶ πάλι τὸ θαῦμα καὶ ὁμολογεῖ χωρὶς νὰ φοβᾶται ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι προφήτης. Κι ὅταν οἱ Φαρισαῖοι ἀπαιτοῦν νὰ ὁμολογήσει ὅτι πλανήθηκε, αὐτὸς ἀκάθεκτος ἐπιμένει στὴν ἀλήθεια. Καὶ τελικὰ προτιμάει νὰ φύγει μακριά τους, μένοντας σταθερὸς στὴν ὁμολογία του, ὅ,τι κι ἂν αὐτὸ θὰ τοῦ κοστίσει.

Καὶ μᾶς διδάσκει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὁ πρώην τυφλός, νὰ ὁμολογοῦμε κι ἐμεῖς τὴν ἀλήθεια μὲ θάρρος, μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ καύχηση, ὅπου καὶ ὅταν μᾶς τὸ ζητάει αὐτὸ ὁ Κύριος. Καὶ γιατί νὰ τὸ κάνουμε αὐτό; Διότι ὁ Χριστὸς μᾶς ἄνοιξε τὰ τυφλὰ μάτια τῆς ψυχῆς. Μᾶς ἔμαθε νὰ ζοῦμε, νὰ πορευόμαστε, νὰ ἐλπίζουμε. Γεμάτοι εὐγνωμοσύνη λοιπὸν κι ἐμεῖς νὰ ὁμολογοῦμε τὸν εὐεργέτη μας καὶ τὴν πίστη μας. Εἶναι προτιμότερο νὰ μείνουμε ἀπομονωμένοι ὁμολογώντας τὴν ἀλήθεια, παρὰ νὰ εἴμαστε φίλοι ὅλου τοῦ κόσμου συμβιβασμένοι μὲ τὸ ψέμα. Καὶ ὁ Χριστὸς θὰ μᾶς εὐλογήσει. Θὰ μᾶς ὁμολογήσει ὡς παιδιά του ἀγαπημένα καὶ θὰ μᾶς καταστήσει πολίτες τῆς Βασιλείας του.

Τρίτη, 5 Μαΐου 2020

Ο Άγιος νεομάρτυρας Εφραίμ ο Νεοφανής,στην Νέα Μάκρη Αττικής


Η μνήμη του τιμάται στις 5 Μαΐου

Για τον Άγιο αυτόν Νεομάρτυρα δεν γνωρίζαμε τίποτε μέχρι τις 3 Ιανουαρίου 1950, οπότε και φανέρωσε τον τόπο της ταφής του, στην αρχαία Μονή του Ευαγγελισμού, στο όρος Αμώμων (Πεντέλη), στην Νέα Μάκρη Αττικής. Από το 1965 μέχρι σήμερα, ο Άγιος εμφανίσθηκε πολλές φορές σε μοναχές της μονής ή σε προσκυνητές, στον ύπνο τους ή μπροστά τους, καλυπτόμενος από υπέρλαμπρο φως και γλυκύτατη ευωδία, διηγούμενος με λεπτομέρειες, για τις οποίες υπάρχει εντυπωσιακή ταύτιση, τον βίο του και τις συνθήκες του μαρτυρίου του.

Ο Άγιος Εφραίμ έγινε μοναχός σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, σε μονή που άκμαζε την εποχή εκείνη. Μετά από είκοσι χρόνια ασκητικής βιοτής, συνελήφθη από τους Τούρκους που έσφαξαν όλους τους υπόλοιπους μοναχούς και κατέστρεψαν την μονή. Από τις 14 Σεπτεμβρίου του 1425 μέχρι τις 5 Μαΐου 1426 υποβλήθηκε σε πλήθος βασανιστηρίων. Τέλος, οι βάρβαροι τον κρέμασαν ανάποδα σε μια μουριά, κάρφωσαν τα πόδια του και το κεφάλι στο δένδρο και παρέδωσαν το σώμα του στις φλόγες.


Μετά την αποκάλυψη αυτή, ο Άγιος δεν έπαυσε να δείχνει ότι είναι εν Θεώ ζωντανός, με πολλές εμφανίσεις και ιάματα. Εμφανίζεται με την μορφή ενός κάτισχνου στην όψη ασκητή ή με τα ιερατικά του άμφια και δηλώνει την ταυτότητα του λέγοντας: «Ονομάζομαι Εφραίμ!» Στους μεν θεραπεύει ανίατες ασθένειες, σε άλλους ενδυναμώνει την κλονισμένη πίστη, σώζει από κινδύνους ή πυρκαγιά, ή πάλι παρηγορεί τους βασανισμένους από πίκρες και θλίψεις, δείχνοντας τους τα βάσανα που πέρασε ο ίδιος για την αγάπη του Χριστού.

Το 1982, ο Άγιος Εφραίμ εμφανίσθηκε σε έναν πιστό μαζί με τον Άγιο ιερομάρτυρα Ραφαήλ τον εκ Μυτιλήνης, που φανερώθηκε κι αυτός σε πρόσφατους καιρούς κάτω από παρόμοιες συνθήκες [9 Απρ.]. Ο Κύριος φαίνεται με τον τρόπο αυτό να θέλει να δείξει προφητικά ότι σήμερα, όπως και χθες, χαίρεται εν τοις αγίοις Του και επιχέει μέσω αυτών την χάρη του προς οικοδομήν της Εκκλησίας και παρηγορίαν των πιστών.

Κείμενο-Εικόνα: “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος (τόμος ένατος – Μαϊος, σελ. 64-66)



Αναλυτική βιογραφία από saint.gr:

Ο Άγιος Εφραίμ, κατά κόσμο Κωνσταντίνος Μόρφης, γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 14 Σεπτεμβρίου 1384 μ.Χ. σε ειδυλλιακή τοποθεσία , κοντά στον Ληθαίο ποταμό. Έμεινε ορφανός από πατέρα σε μικρή ηλικία μαζί με τα άλλα εφτά αδέλφια του, τη δε φροντίδα τους, μετά τον Θεό, ανέλαβε η ευσεβής μητέρα του. Σε ηλικία 14 ετών, για να αποφύγει τον εξισλαμισμό και τα γενιτσαρικά σώματα, εισήλθε στην ακμάζουσα τότε σταυροπηγιακή Ιερά Μονή του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου του όρους των Άμωμων (Καθαρών) της Αττικής.Ο Άγιος Εφραίμ ακολούθησε με ένθεο ζήλο τον Χριστό, και διέπρεψε με την λαμπρότητα της ζωής του και τους πόνους της αθλήσεως του στο ορός των Άμωμων Αττικής (Περιοχή Νέας Μάκρης). Αξιώθηκε ακόμα να λάβει το μέγα Μυστήριο της Ιεροσύνης και το χάρισμα να υπηρετεί το άγιο θυσιαστήριο, σαν άγγελος Θεού, με φόβο Θεού και πολλή κατάνυξη.
Το 1416 μ.Χ. οι Τούρκοι εισέβαλαν και λεηλάτησαν την Αττική και ανάγκασαν το Δούκα των Αθηνών να δηλώσει υποταγή στο Σουλτάνο. Το 1424 μ.Χ. οι Τούρκοι εισέβαλαν βιαίως στη Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και έσφαξαν όλους τους Πατέρες της Μονής. Ο Άγιος απουσίαζε στη σπηλιά του πάνω στο βουνό για προσευχή και μόλις επέστρεψε αντίκρισε έντρομος τα πτώματα των Πατέρων. Αφού τους έθαψε, ακολούθως θρήνησε γοερώς.

Τον επόμενο χρόνο, την 14η Σεπτεμβρίου 1425 μ.Χ., επανήλθαν οι βάρβαροι και βρήκαν τον Άγιο. Τον συνέλαβαν και άρχισαν τα μαρτύρια του, που τελείωσαν στις 5 Μαΐου 1426 μ.Χ. ήμερα Τρίτη και ώρα 9 το πρωί. Τον κρέμασαν ανάποδα σ’ ένα δένδρο, που σώζεται ακόμα, τον κάρφωσαν στα πόδια και το κεφάλι, και τέλος το καταπληγωμένο και μαρτυρικό σώμα του το διαπέρασαν με αναμμένο ξύλο και έτσι παρέδωσε την αγία του ψυχή στον στεφανοδότη Χριστό.

Μετά από μισή χιλιετία ευδόκησε ο φιλάνθρωπος Θεός και φανερώθηκαν, ύστερα από πολλές εμφανίσεις του ιδίου του Αγίου Εφραίμ και πολλών άλλων θαυμαστών γεγονότων, όλα όσα σήμερα γνωρίζουμε, τα οποία επιβεβαιώθηκαν με την εύρεση των μαρτυρικών και χαριτόβρυτων λειψάνων του Αγίου στις 3 Ιανουαρίου 1950 μ.Χ.

Ο Άγιος Εφραίμ γιορτάζεται δύο φορές το χρόνο, στις 3 Ιανουαρίου η εύρεση των τιμίων λειψάνων του, και στις 5 Μαΐου το μαρτυρικό του τέλος.

Στα Τρίκαλα πανηγυρίζεται από τον Ιερό Ναό Αγίου Στεφάνου, απέναντι του οποίου, κατά παράδοση, υπήρχε το πατρικό του σπίτι.

Το 2011 μ.Χ. το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης με την υπ’ αριθμ. 217/2-3-2011 Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη κατέταξε τον Όσιο Εφραίμ στο επίσημο ορθόδοξο εορτολόγιο.

(το δέντρο που μαρτύρησε ο άγιος)

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΚΡΗΣ
Από τις σφαγές των Τούρκων στην ανεύρεση του ιερού σκηνώματος του ΑγίουΗ Μονή του Αγίου Εφραίμ στη Νέα Μάκρη είναι ένα από τα παλαιότερα μοναστήρια. Πολλοί μοναχοί και ιερείς έμειναν εκεί και προσευχήθηκαν στον Κύριο. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας έγιναν μεγάλες και βάρβαρες σφαγές, όπου ξεκληρίστηκε το μοναστήρι.
Το 1945 μ.Χ. η μοναχή τότε Μακαρία πήγε στα ερείπια της αρχαίας μονής του Ευαγγελισμού, άλλοτε ονομαζόμενης ως Σταυροπηγιακής, του Όρους Αμωμών, στις βορειοανατολικές υπώρειες του Πεντελικού. Απο θεία παρόρμηση, διαμόρφωσε ένα κελάκι εκεί και άρχιζε να καθαρίζει τα ερείπια του παλαιού Ναού για να τον ανακατασκευάσει. Εκεί πολλές φορές διαλογιζόταν ότι σε εκείνα τα χώματα είχαν ζήσει κατά την πάροδο των αιώνων μοναχοί και προσευχόταν να γνωρίσει ή να της φανερωθεί κάποιος από αυτούς. Μια φωνή, αρχικά σιγανή αλλά με τον καιρό δυνατότερη στην ψυχή της, της έλεγε: «Σκάψε και θα βρεις αυτό που επιθυμείς», μέχρι τη στιγμή που της είχε φανερωθεί ένα σημείο στο προαύλιο του μοναστηριού.

Έτσι στις 3 Ιανουαρίου 1950 μ.Χ. ανέθεσε σε εργάτη το σκάψιμο του συγκεκριμένου σημείου που της υποδείκνυε η ίδια η ψυχή της. Αν και ο εργάτης ήταν αρνητικός και ήθελε να σκάψει οπουδήποτε αλλού παρά σε αυτό το σημείο, τελικά, μετά από τις εκκλήσεις και τις προσευχές, ο εργάτης πείστηκε και ξεκίνησε να σκάβει. Το σημείο είχε ένα μισογκρεμισμένο τζάκι, τοίχο και πράγματα που καταδείκνυαν ότι εκεί κάποτε υπήρχε κελί κάποιου μοναχού. Το πρώτο εύρημα, ένα κεφάλι. Μάλιστα, ο χώρος ανέδυε μια ευωδιά.

«Γονάτισα με ευλάβεια και ασπάστηκα το σκήνωμα του Αγίου και αισθάνθηκα βαθιά την έκταση του μαρτυρίου του. Η ψυχή μου γέμισε από αγαλλίαση, απέκτησα μεγάλο θησαυρό, και παίρνοντας το χώμα με προσοχή έβλεπα την αρμονία του σκηνώματός του, που, αν και τόσους αιώνες μέσα στη γη, δεν είχε αλλοιωθεί», έγραψε η ηγουμένη Μακαρία περιγράφοντας τα όσα συνταρακτικά τής συνέβησαν.

Με προσοχή , η Ηγουμένη Μακαρία έβγαλε όλο το σκήνωμα και το τοποθέτησε σε μία θυρίδα που ήταν πάνω από τον τάφο. Ήταν φανερό ότι επρόκειτο για κληρικό καθώς το ράσο του είχε παραμείνει άθικτο.

Το βράδυ, διαβάζοντας τον εσπερινό, η Ηγουμένη άκουσε βήματα. Ο ήχος ερχόταν από τον τάφο, αντηχώντας έως την πόρτα της εκκλησίας. Εκεί τον πρωτοαντίκρισε. Ήταν ψηλός με μάτια μικρά στρογγυλά, με μακριά μαύρα γένια που έφταναν στο λαιμό, ντυμένος με τη μοναχική αμφίεση. Στο ένα χέρι είχε μία φλόγα και με το άλλο ευλογούσε. Ζήτησε να τον βγάλουν από αυτήν τη θυρίδα που τον είχαν. Την επόμενη κιόλας μέρα η Ηγουμένη καθάρισε τα οστά και τα τοποθέτησε σε μια θυρίδα στο Ιερό του Ναού.

Το ίδιο βράδυ ο Άγιος φανερώθηκε στον ύπνο της, την ευχαρίστησε και της φανέρωσε και το όνομά του: Εφραίμ. Το λείψανο του Αγίου Εφραίμ φυλάσσεται εκεί από τότε και καθημερινά εκατοντάδες πιστών το επισκέπτονται ζητώντας από τον Άγιο την ευλογία και τη βοήθειά του. Ο Άγιος με τη χάρη του Θεού έχει κάνει χιλιάδες θαύματα. Στον περίβολο της Μονής, και προστατευμένη από κτίσμα που κτίστηκε γύρω της, υπάρχει η μουριά πάνω στην οποία ο Άγιος Εφραίμ άφησε την τελευταία του πνοή.